Ποινική διαπραγμάτευση – Ποινική συνδιαλλαγή

Μορφές αποκαταστατικής- εναλλακτικής δικαιοσύνης

Η ποινική διαπραγμάτευση και η ποινική συνδιαλλαγή εντάσσονται στο πλαίσιο της εναλλακτικής δικαιοσύνης μαζί με άλλους θεσμούς, και ανάγονται επί της ουσίας στη σταδιακή απομάκρυνση των μορφών διεκπεραίωσης της δίκης από το παραδοσιακό μοντέλο της ποινικής (εξεταστικής) δίκης, και στην ελληνική έννομη τάξη. Ο δικαιολογητικός λόγος που προωθεί τις διαδικασίες αυτές είναι αρχικά το γεγονός ότι τα εγκλήματα έχουν γίνει πολύ πιο σύνθετα, από τη στιγμή που έχει αλλάξει το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης στην απαρχή του.

Επίσης, οι διαδικασίες αυτές συνιστούν ανάγκη που συνδέεται με την πρακτικότητα του δικαίου. Συγκεκριμένα, όταν εξιχνιαστούν με αυτές κάποια εγκλήματα, αφήνεται το περιθώριο σε άλλα εγκλήματα που απαιτούν χρόνο, να εκδικαστούν «παραδοσιακά», όπως συνάδει άλλωστε με τη βαρύτητά τους, με σκοπό την όσο το δυνατόν πιο άρτια διαδικασία.

Υπάρχουν, εντούτοις, αρχές που θίγονται από την εφαρμογή των εναλλακτικών διαδικασιών. Μια από αυτές είναι η αρχή αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Αυτό γίνεται εμφανές π.χ. στην περίπτωση που γίνεται ποινική διαπραγμάτευση, καθώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει να ομολογήσει την άδικη πράξη του. Θίγεται, λοιπόν, η αρχή αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος δε θα περάσει από το ακροατήριο με ζώσα αποδεικτική διαδικασία, για να κριθεί. Μια άλλη αρχή που θίγεται, είναι η αρχή της νομιμότητας.

Και αυτό διότι ενώ θα πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη, να διενεργηθεί ανάκριση σε βάρος του κατηγορουμένου, κι έπειτα να ακολουθηθεί η ακροαματική διαδικασία, οι ως άνω θεσμοί διακόπτουν τις διαδικασίες αυτές, σπάζοντας την κλασική ροή της νομιμότητας. Εντούτοις, μόνο η αντίθεση των θεσμών που εξετάζουμε στο όλο πνεύμα της ποινικής διαδικασίας, όπως προωθείται στο ελληνικό δικαιικό σύστημα, δε μπορεί να θεωρηθεί τροχοπέδη για την εισαγωγή νέων μορφών συναινετικών εκδίκασης υποθέσεων. Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι οι εναλλακτικές διαδικασίες δε θίγουν τον πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων. Ο ποινικολόγος Γιάννης Μπαρκαγιάννης, είναι δίπλα σας πανελλαδικά, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων σας.

Από την άλλη, δε μπορούμε να παραβλέψουμε τις αρχές που προωθούν την εισαγωγή των ως άνω θεσμών, με πρωτεύοντα ρόλο να έχει η αρχή της οικονομίας της δίκης. Συνδέεται με την αρχή της πρακτικότητας (πρακτική εφαρμογή του δικαίου και όχι μόνο θεωρητική) και υποδεικνύει ότι σε πρακτικό επίπεδο οι συμβιβαστικές διαδικασίες προωθούν αποτελεσματικότερα την απονομή της δικαιοσύνης. Μια βασική έκφανση αυτού, είναι το ότι κάποιες κακουργηματικές υποθέσεις δεν φτάνουν να εκδικαστούν στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα την αποσυμφόρηση των ποινικών δικαστηρίων. Επιπλέον, μια άλλη αρχή που προωθεί τις συμβιβαστικές διαδικασίες, είναι η αρχή της αναλογικότητας, καθώς συνιστά το όχημα και το κίνητρο για την εφαρμογή τους.

Κατωτέρω σχολιάζονται οι βασικοί θεσμοί της ποινικής συνδιαλλαγής και της ποινικής διαπραγμάτευσης:

Η ποινική συνδιαλλαγή διαφοροποιείται από την ποινική διαπραγμάτευση διότι ανήκει στο αποκαταστατικό μοντέλο των εναλλακτικών διαδικασιών, και άρα για να μπορέσει να λειτουργήσει, χρειάζεται να έχει αποκατασταθεί η ζημία, έστω και σε ένα μεγάλο βαθμό. Αν απουσιάζει η αποκατάσταση, δεν τίθεται εφαρμογή της ποινικής συνδιαλλαγής. Στον αντίποδα, η ποινική διαπραγμάτευση δεν απαιτεί την αποκατάσταση της ζημίας, καθώς προωθεί το διαπραγματευτικό μοντέλο.

Ειδικότερα, η ποινική συνδιαλλαγή ρυθμίζεται στα άρθρα 301 και 302 Κ.Π.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 301 Κ.Π.Δ., που αφορά την ποινική συνδιαλλαγή μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης, ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται στα κακουργήματα α)που προβλέπονται στο άρθρο 216 παρ. 3 και παρ. 4, στο άρθρο 242 παρ. 3, 4 και 5, β)που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας και γ)που προβλέπονται στους νόμους 1599/1986, 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013 ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή μη επιβαρυντικών περιστάσεων.

Για να «ενεργοποιηθεί» θα πρέπει να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος δηλώνει με αίτημά του ότι επιθυμεί να αποδώσει το ιδιοποιημένο πράγμα ή να αποκαταστήσει τις προκληθείσες στον παθόντα ζημίες από την τέλεση της άδικης πράξης, μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης.

Τότε ο εισαγγελέας καλεί τον κατηγορούμενο και τον παθόντα να εμφανισθούν ενώπιόν του μετά ή δια των συνηγόρων τους για συνδιαλλαγή. Σημειωτέον ότι για τη σύνταξη του πρακτικού συνδιαλλαγής είναι απαραίτητη η ομολογία του κατηγορουμένου, και βεβαιώνεται η απόδοση του πράγματος στον παθόντα ή η εντελής ικανοποίηση της προκληθείσης ζημίας σε βάρος του τελευταίου. Μετά το πέρας καθορισθείσης από τον εισαγγελέα προθεσμίας, αν δεν επιτευχθεί η συνδιαλλαγή, η αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα και το σχετικό υλικό καταστρέφεται.

Συνεπάγεται λοιπόν ότι εξακολουθεί να ακολουθείται η ποινική διαδικασία ως έχουσα, και κατ’ επέκταση η επ’ ακροατηρίω εξέταση του ως άνω. Αν επιτευχθεί η συνδιαλλαγή, εισάγεται αμέσως η υπόθεση στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, επικυρώνεται το σχετικό πρακτικό, και επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή, η οποία δε μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος, και σε περίπτωση συνδρομής επιβαρυντικών περιστάσεων, τα δύο (2) έτη.

    Ποινική συνδιαλλαγή

    Ποινική συνδιαλλαγή μπορεί να επιτευχθεί και κατά το στάδιο που ακολουθεί την τυπική περάτωση της ανάκρισης και μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 302 Κ.Π.Δ., η αποκατάσταση του παθόντος μπορεί να πραγματοποιηθεί -κατόπιν αιτήματός του- σε τρία (3) στάδια: Πρώτον, μετά την τυπική περάτωση της ανάκρισης και μέχρι την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος ή τη διατύπωση σύμφωνης γνώμης του προέδρου εφετών για απευθείας παραπομπή κατ’ άρθρο 309 Κ.Π.Δ.

    Διατάσσεται περαιτέρω κύρια ανάκριση, και ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 301 Κ.Π.Δ. Δεύτερον, μετά την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος ή μετά τη σύμπραξη του προέδρου εφετών κατ’ άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., μέχρι την επίδοση κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο. Κατά τα λοιπά, ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 301 Κ.Π.Δ. Τρίτο και τελευταίο στάδιο είναι εκείνο μετά το πέρας της τυπικής ανάκρισης και μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Για τη διαδικασία ισχύουν τα ανωτέρω περιγραφόμενα.

    Αξιοσημείωτο είναι ότι ποινική συνδιαλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί και για τα πλημμελήματα α)που προβλέπονται στο άρθρο 216 παρ. 1 και παρ. 2, στο άρθρο 242 παρ. 1 β)που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας και γ)που προβλέπονται στους νόμους 1599/1986, 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013, καθώς και των πλημμελημάτων που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, κατά τους όρους του άρθρου 302 παρ. 4 Κ.Π.Δ.

    Η ποινική διαπραγμάτευση αντιδιαστέλλεται σαφώς από το θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής. Σε αντίθεση με την τελευταία, η διαπραγμάτευση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εγκλημάτων, τόσο κακουργηματικής όσο και πλημμεληματικής φύσεως, η ομολογία του κατηγορουμένου έχει ως συνέπεια για αυτόν την επιβολή μειωμένης ποινής -χωρίς ωστόσο να αποκλείεται και η αποκατάσταση της ζημίας- ενώ η μείωση της ποινής δεν απομακρύνει την ποινική μεταχείριση του δράστη από τον ποινικό της χαρακτήρα.

    Που εφαρμόζεται η ποινική διαπραγμάτευση

    Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 303 Κ.Π.Δ., η ποινική διαπραγμάτευση εφαρμόζεται στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα με εξαίρεση τα κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης, αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 187Α Π.Κ. και όσα τυποποιούνται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του Π.Κ.

    Εφόσον δε συντρέχουν οι ως άνω αρνητικές προϋποθέσεις, ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης να ζητήσει εγγράφως την έναρξη της διαδικασίας της ως άνω περιγραφόμενης διαδικασίας, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα ποινή. Βέβαια, με το άρθρο 303 παρ. 5 εδ δ’ Κ.Π.Δ., το οποίο προβλέπει την ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 302 Κ.Π.Δ., ο θεσμός διευρύνεται διαδικαστικά και καλύπτει πλέον και το στάδιο από την τυπική περάτωση της ανάκρισης μέχρι την επίδοση κλήσης ή κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, ενώ προβλέπεται η πρότασή της ενώπιον και του ακροατηρίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 303 παρ. 7 Κ.Π.Δ.

    Μετά την υποβολή του αιτήματος, ο αρμόδιος εισαγγελέας αποφαίνεται σχετικά το αν η υπόθεση είναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις περιστάσεις τέλεσης της άδικης πράξης, όσο και των στοιχείων της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Σε περίπτωση συμφωνίας, συντάσσεται πρακτικό ποινικής διαπραγμάτευσης με την ομολογία του ως άνω, τη συμφωνηθείσα ποινή, καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Πρέπει να τονισθεί δε, ότι οι ποινή δε μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, όταν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη, τα επτά (7) έτη κάθειρξης, για κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη πάνω από δέκα (10) έτη και τα δύο (2) έτη για κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη.

    Το Δικηγορικό Γραφείο Ιωάννη Μπαρκαγιάννη και Συνεργατών αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση των ως άνω περιγραφόμενων εναλλακτικών διαδικασιών, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

    Βιβλιογραφία

    Παπαδαμάκης, Α. 2019.ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ- Η δομή της ποινικής δίκης. 9η έκδοση. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ Αθήνα- Θεσσαλονίκη. σελ. 350 κ. επ.

      Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

      Σχετικά Άρθρα

      1 Response
      Καλέστε μας