Οικογενειακό Δίκαιο

Ο Νόμος 4800/2021 επέφερε ριζικές μεταρρυθμίσεις στις σχέσεις γονέα-τέκνου και στη ρύθμιση των ζητημάτων του διαζυγίου.

Γνώμονας των νέων διατάξεων είναι το συμφέρον του τέκνου που διασφαλίζεται με την παρουσία και των δύο γονέων. Όλες οι διατάξεις ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του άρθρου 21 παρ.1 του Συντάγματος που προβλέπει την προστασία της παιδικής ηλικίας. Σε μια σύντομη επισκόπηση των βασικότερων καινοτομιών σημειώνονται τα κάτωθι:

Στο άρθρο 1510 ΑΚ ορίζεται ότι τη γονική μέριμνα ακούν οι γονείς από κοινού και εξίσου. Αυτό δε συνεπάγεται την ισόχρονη συμβολή στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος και ειδικά στις περιπτώσεις διακοπής συμβίωσης των γονέων. Άλλωστε, νομολογήθηκε και από την απόφαση 1016/2019 του Αρείου Πάγου ότι το συμφέρον του τέκνου απαιτεί σταθερότητα και όχι εναλλασσόμενη κατοικία.  Η έννοια του βέλτιστου συμφέροντος πρέπει να διαπνέει και όλες τις δικαστικές αποφάσεις κατά την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά των γονέων, τον βαθμό συμμόρφωσης τους με τις γονικές υποχρεώσεις τους, προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις ή συμφωνίες και την ικανότητα συνεννόησης. Σε περίπτωση διαφωνίας κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, αποφασίζει το δικαστήριο.

Επιπρόσθετα, οι πράξεις που επιχειρούνται και μόνο από τον ένα γονέα (ΑΚ 1516), επιχειρούνται από τον γονέα που διαμένει το τέκνο κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα. Σε περίπτωση αδυναμίας επικοινωνίας με τον άλλον γονέα, επιτρέπονται οι επουσιώδεις διαχειριστικές πράξεις και οι άκρως επείγουσες. Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να προβλεφθεί με ιδιωτικό έγγραφο με μορφή συμφωνητικού και βέβαιης χρονολογίας και με ισχύ τουλάχιστον δύο έτη. Επίσης, κατά παρέκκλιση της από κοινού γονικής μέριμνας το άρθρο 1514 ΑΚ ορίζει ότι « 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο.Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας.

Σημειωτέον ότι για να καταφύγει ο γονέας στη δικαστική οδό οφείλει να συμμετέχει αρχικώς σε διαδικασία διαμεσολάβησης. Δεν ισχύει σε περιπτώσεις οικογενειακής βίας. Φυσικά, επειδή οι διαδικασίες έκδοσης δικαστικής απόφασης επί αγωγής είναι χρονοβόρες, σε περιπτώσεις κατεπείγοντος διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα που ισχύουν μέχρι την έκδοση της απόφασης ή ακόμα πιο σύντομα προβλέπεται η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης με τη διαδικασία της προσωρινής διαταγής. Η ισχύς της προσωρινής διαταγής εκτείνεται μέχρι την απόφαση των ασφαλιστικών. Εάν εντός της δίμηνης προθεσμίας από την απόφαση ασφαλιστικών, δεν ασκηθεί αγωγή, παύει αυτοδικαίως η ισχύς τους. Με τις ως άνω διαδικασίες μπορούν να ρυθμιστούν ζητήματα μέριμνας, διατροφής, επικοινωνίας και τα συναφή.

Ως προς το διαζύγιο ισχύει η επιλογή της συναινετικής λύσης του γάμου και της κατ’ αντιδικία. Πλέον, κατά το 1441 ΑΚ η συναινετική λύση μπορεί να επιτευχθεί και με κοινή ψηφιακή συμφωνία. Σε περίπτωση της κατ’ αντιδικίας λύσης του γάμου, οι λόγοι λύσης διακρίνονται σε απόλυτους και σχετικούς. Ως απόλυτοι είναι η συνδρομή διετούς διάστασης, η αφάνεια και η κοινή συμφωνία των συζύγων. Οι σχετικοί λόγοι διαζυγίου που επαφίενται στην εξέταση και απόφαση του δικαστηρίου είναι ο ισχυρισμός περί ισχυρού κλονισμού του έγγαμου βίου.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επέρχεται η έκπτωση ή ακόμα και η παύση της γονικής μέριμνας. Η διαφορά των δύο εννοιών έγκειται στο γεγονός ότι η έκπτωση από τη γονική μέριμνα μπορεί να είναι παροδική, ενώ στην περίπτωση της παύσης, ο φορέας εκπίπτει δια παντός των δικαιωμάτων του. Λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν στην αφαίρεση της γονικής μέριμνα είναι η παράβαση των καθηκόντων του σχετικά με το τέκνο, όπως επί παραδείγματι η υποχρέωση διατροφής, επιμέλειας, ένδυσης, μόρφωσης κ.τ.λ., ο χαρακτηρισμός του γονέα ως ακατάλληλου λόγω χρήσης ουσιών, εθισμών, συνθηκών διαβίωσης ή λόγω αντικειμενικής ανικανότητας που προκύπτει από σοβαρό ζήτημα υγείας.

Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε η παράλειψη των υποχρεώσεων διατροφής μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση από το δικαίωμα γονικής μέριμνας και συνιστά ποινικό αδίκημα. Σχετικά με το δικαίωμα διατροφής των ανηλίκων τέκνων λεκτέον ότι ο ισχυρισμός περί απορίας του υποχρέου σε διατροφή δεν απαλλάσσει από την εν λόγω υποχρέωση εκτός και αν το τέκνο διαθέτει ίδιους πόρους.

Ενδοοικογενειακή βία (ν.3500/2006)

Κατά τα οριζόμενα στο α. 1 του ν.3500/2006 ως ενδοοικογενειακή βία νοείται «η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα», ενώ κατά το άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου «η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3500/2006 ορίζεται ότι «το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α’ της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β’ της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους», ενώ κατά την παράγραφο 2 του ανωτέρω: «Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών. Αν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα τιμωρείται με κάθειρξη.».

Συνάμα, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του ν. 3500/2006, το οποίο τιτλοφορεί «Ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή», προβλέπεται ότι : «το μέλος της οικογένειας το οποίο εξαναγκάζει άλλο μέλος χρησιμοποιώντας βία ή απειλή με σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς το θύμα να υποχρεούται προς τούτο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, ανεξάρτητα από το αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον του ίδιου του θύματος ή κάποιου από τους οικείους του υπό την έννοια της περίπτωσης β’ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα», καθώς επίσης ότι «το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση.».

Τέλος, στο άρθρο 17 §1 του ν.3500/2006 προβλέπεται ότι η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα των άρθρων 6, 7, 9 και 10 ασκείται αυτεπαγγέλτως. Σημειωτέον δε σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ότι τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής του παραβόλου της εγκλήσεως.

 

Σχετικά Άρθρα

Καλέστε μας