Στην έννοια της φοροφυγής (tax avoision) περιλαμβάνονται οι επιμέρους έννοιες της φοροδιαφυγής (tax evasion), η οποία συνιστά την τέλεση εκ μέρους του δράστη μιας παράνομης ενέργειας με στόχο τη μη πληρωμή φόρων, ενώ η φοροαποφυγή (tax avoidance) συνίσταται στο σύνολο των νομίμων ενεργειών των ιδιωτών με τις οποίες αποβλέπουν στη μείωση ή στην εξάλειψη της φορολογικής τους υποχρέωσης μέσω της εκμετάλλευσης των κενών του νόμου στη φορολογική νομοθεσία, με στόχο τη μη πληρωμή των φόρων.

Ως φοροδιαφυγή νοείται η παράνομη απόκρυψη φορολογητέας ύλης, φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία συμβάλλει στη μείωση της αποτελεσματικότητας της οικονομικής δραστηριότητας και εν γένει στη διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας, ενώ απόρροια αυτής είναι η απώλεια εσόδων για το Δημόσιο, οι μακροοικονομικές ανισορροπίες και το υψηλό δημόσιο έλλειμμα. Ειδικότερα, ως φοροδιαφυγή ορίζεται το ποσό του φόρου εισοδήματος, το οποίο ενώ θα έπρεπε να δηλωθεί οικειοθελώς για διάφορους λόγους δεν δηλώνεται, καθώς επίσης και το ποσό άλλων φόρων, όπως λόγου χάρη του ΦΠΑ, οι οποίοι ενώ εισπράττονται δεν αποδίδονται στο δημόσιο ταμείο του κράτους.

Θα πρέπει δε να γίνει μνεία στο σημείο αυτό στην ειδοποιό διαφορά μεταξύ φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθότι, εάν και οι δύο συνιστούν καταστρατήγηση της φορολογικής νομοθεσίας, η μεν πρώτη συνιστά καταστρατήγηση του γράμματος και του πνεύματος του νόμου, η οποία επισύρει ποινικές κυρώσεις, ενώ η δεύτερη λαμβάνει χώρα με διαδικασίες και μέσα που οδηγούν στην αποφυγή καταβολής φόρου χωρίς, όμως, αυτές να επιφέρουν ποινικές κυρώσεις.

Ι. Ως προς την ποινική καταστολή της φοροδιαφυγής

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 ως προς τα εγκλήματα φοροδιαφυγής προβλέπονται τα κάτωθι:

«Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:
α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,
β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές,
γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν.»,
ενώ, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3 αυτού, για τα ως άνω αδικήματα απειλούνται οι κάτωθι ποινές: «Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών:
α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή
β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:
αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή
ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.».
Συνάμα, στην 4η παράγραφο προβλέπεται επιβολή ποινής καθείρξεως «αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.».

ΙΙ. Ως προς την ποινική μεταχείριση της φοροδιαφυγής μέσω της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων

Στην παράγραφο 5 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 προβλέπεται ότι : «Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.».

Σημειωτέον ότι ως πλαστό νοείται το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγισθεί με οποιονδήποτε τρόπο εκτός της αρμόδιας φορολογικής Αρχής, καθώς επίσης και αυτό του οποίου το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος, ενώ ως εικονικό νοείται το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της καθώς και αυτό που έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία ή κοινοπραξία.

Ο δικηγόρος ποινικολόγος Ιωάννης Μπαρκαγιάννης έχοντας χειριστεί πολυάριθμες σχετικές υποθέσεις διαθέτει τόσο την πείρα, όσο και τη γνώση για την άρτια και αποτελεσματική σας εκπροσώπηση σε υποθέσεις που αφορούν στα αδικήματα της φοροδιαφυγής.

Σχετικά Άρθρα

Καλέστε μας