Παραγραφή Αδικημάτων & Ποινών

Παραγραφή Αδικημάτων & Ποινών. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο α. 111 ΠΚ το αξιόποινο των αδικημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία συνιστά έναν εκ των λόγων εξάλειψης του αξιοποίνου. Ειδικότερα, κατά το ως άνω άρθρο και δη στις §2 και §3 αυτού, προβλέπεται ότι τα κακουργήματα παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη,  αν ο νόμος προβλέπει γι’ αυτά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση, που απειλείται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, μετά από δέκα πέντε (15) έτη, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά, με ειδική μνεία. Εν αντιθέσει, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από πέντε (5) έτη.

Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι εν προκειμένω πρόκειται για «πλήρες» έγκλημα, ήτοι για πράξη άδικη και καταλογιστή, με τον δράστη λόγω παραγραφής του αδικήματος να αποφεύγει την επιβολής σε βάρος του ποινής, επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει ζήτημα παραγραφής της πράξεως, δηλαδή λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου αυτής.

Σημειωτέον ότι κατά την §5 του ως άνω άρθρου «αν ο νόμος ορίζει διαζευκτικά περισσότερες από μία ποινές, οι πιο πάνω προθεσμίες υπολογίζονται σύμφωνα με τη βαρύτερη απ’ αυτές.», ενώ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 112 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής εκκινεί από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Ως εκ τούτου για ορισμένες ειδικότερες κατηγορίες αδικημάτων η έναρξη της προθεσμίας της παραγραφής δεν εκκινεί από την ημέρα τέλεσης της πράξης. Ειδικότερα, ως προς τα διαρκή εγκλήματα η παραγραφή αρχίζει από την στιγμή που αίρεται η παράνομη κατάσταση στην οποία επήλθε ο παθών ένεκα της ενέργειας του δράστη, καθότι η προσβολή του εννόμου αγαθού παρατείνεται για όσο χρόνο εξακολουθεί να υφίσταται η παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την εγκληματική συμπεριφορά, αφού τότε το πρώτον παύει να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, ενώ ως προς τα εγκλήματα παραλείψεως η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο δράστης όφειλε να προβεί στη νόμιμη ενέργεια (βλ. ΑΠ 742/2005).

Σύμφωνα με το α. 113§1 ΠΚ «η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, καθώς και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση», ενώ η ως άνω αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε (5) έτη για τα κακουργήματα και τρία (3) έτη για τα πλημμελήματα.

Περαιτέρω, υφίσταται και ο θεσμός της παραγραφής της ποινής, ο οποίος δεν αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, απλώς καθιστά ανεκτέλεστη την ποινή, λόγω της ελλείψεως λόγων γενικής και ειδικής προλήψεως ένεκα της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος τόσο από την τέλεση του αδικήματος, όσο και από την επιμέτρηση της ποινής. Κατά το α. 118 ΠΚ «οι ποινές που επιβλήθηκαν αμετάκλητα, αν έμειναν ανεκτέλεστες, παραγράφονται: α) η ισόβια κάθειρξη, μετά τριάντα (30) έτη, β) η πρόσκαιρη κάθειρξη, μετά είκοσι (20) έτη, γ) η φυλάκιση, οι χρηματικές ποινές και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων μετά δέκα (10) έτη, δ) η παροχή κοινωφελούς εργασίας μετά πέντε (5) έτη και ε) οι παρεπόμενες ποινές μαζί με τις κύριες». Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η παραγραφή των ποινών αρχίζει από όταν η απόφαση γίνει αμετάκλητη, ενώ η ως άνω προθεσμία αναστέλλεται (α) για όσο χρόνο σύμφωνα με το νόμο δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η εκτέλεση μιας ποινής και (β) για όσο χρόνο σύμφωνα με τα άρθρα 99 και 100 έχει ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής ή έχει επιτραπεί η καταβολή με δόσεις της χρηματικής ποινής που επιβλήθηκε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χ. Μυλωνόπουλος. 2007. ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ – ΤΌΜΟΣ Ι. Αθήνα: Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ

Α. Χαραλαμπάκης. 2016. ΕΠΙΤΟΜΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ. Αθήνα: Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ

Σχετικά Άρθρα

Καλέστε μας