Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος – Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες

Πρόκειται άλλως για το «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος», αδίκημα το οποίο τυποποιείται στον ειδικό νόμο 4557/2018. Σκοπός της ποινικής τυποποίησής του είναι η πρόληψη και η καταστολή της πρόσδοσης νομιμοφάνειας σε έσοδα που έχουν αποκτηθεί από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που αυτές ενέχουν.

        Για να καταφάσκεται η πλήρωση του αδικήματος, θα πρέπει προηγουμένως να έχει διαπραχθεί κάποια εγκληματική δραστηριότητα, από την οποία ο δράστης είχε περιουσιακό όφελος. Οι εγκληματικές δραστηριότητες αυτές αναφέρονται στο άρθρο 4 του παρόντος νόμου. Κατά τούτο, εντάσσεται η εγκληματική οργάνωση, οι τρομοκρατικές πράξεις, η δωροδοκία και η δωροληψία υπαλλήλου, πολιτικών προσώπων αλλά και δικαστικών, η εμπορία επιρροής, η δωροδοκία και η δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα, η δωροδοκία και η δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα κατά το άρθρο 132 του Ν.2725/1999, τα εγκλήματα τηλεπικοινωνιών, η ανθρωποκτονία από πρόθεση, η βαριά σωματική βλάβη –υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι εξασφάλισαν στο δράστη περιουσία-, η παραχάραξη νομίσματος ή άλλων μέσων πληρωμής, η πλαστογραφία, η ληστεία, η απάτη, η εκβίαση, η τοκογλυφία, η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, η διευκόλυνση προσβολών της ανηλικότητας, η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ο οπλοφορία, οπλοκατοχή και οπλοχρησία, τα εγκλήματα που προσβάλλουν τις αρχαιότητες και εν γένει την πολιτιστική κληρονομία, τα εγκλήματα που σχετίζονται με ιονίζουσες ακτινοβολίες, η παράνομη διακίνηση μεταναστών, η προστασία οικονομικών συμφερόντων, τα χρηματιστηριακά αδικήματα, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής, τα εγκλήματα προσβολής του φυσικού περιβάλλοντος, η προσβολή της πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η πειρατεία, και η μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.

Επιπρόσθετα, με το Ν.4734/2020 εισήχθη στο Ν.4557/2018 το τελευταίο στοιχείο του άρθρου 4, σύμφωνα με το οποίο εντάσσεται στα βασικά αδικήματα και οποιοδήποτε άλλο έγκλημα τιμωρείται εκ του νόμου με ποινή στερητική της ελευθερίας της οποίας το ελάχιστο όριο ποινής είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, και από το οποίο φυσικά προέκυψε περιουσιακό όφελος.

Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος – Το ζήτημα στην αποκόμιση περιουσιακού οφέλους

            Βασικό ερμηνευτικό ζήτημα στα ως άνω εκτεθέντα είναι η αποκόμιση περιουσιακού οφέλους. Σε άλλα από τα αδικήματα που παρατίθενται στον κατάλογο του άρθρου 4, προκύπτει άμεσα το περιουσιακό όφελος και σε άλλα έμμεσα. Έχει τεθεί ο προβληματισμός περί του αν αυτό πρέπει να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα και στην περίπτωση του εδαφίου κα’ του αναφερθέντος άρθρου, καθότι ο νομοθέτης δεν κάνει ρητή μνεία. Η άποψη που τείνει να κρατεί είναι ότι η ωφέλεια θα πρέπει να προκύπτει άμεσα από την τέλεση της έκνομης πράξης, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν περιττή η αναφορά του καταλόγου των εδαφίων α-κ, και όλα τα αδικήματα θα εντάσσονταν στο εδάφιο κ.α. –λαμβανομένου υπόψη ότι στα εδάφια α-κ περιλαμβάνονται και αδικήματα από τα οποία αποκομίζεται έμμεσα η ωφέλεια-.

Στο άρθρο 2 του Ν.4557/2018 αναφέρονται οι τρόποι τέλεσης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Πρόκειται για ένα αδίκημα ιδιώνυμο και υπαλλακτικώς μεικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι τέλεσης συνιστούν εκφάνσεις του ίδιου αδικήματος στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, μπορούν να εναλλαχθούν και είναι νομικά ισοδύναμοι. Πρώτος τρόπος νομιμοποίησης είναι η μετατροπή ή η μεταβίβαση της προερχόμενης από εγκληματική δραστηριότητα περιουσίας. Η περιουσία δηλαδή θα πρέπει να αποκτά μια έτερη μορφή η οποία θα προσδίδει όσο το δυνατόν περισσότερο νόμιμο χαρακτήρα με σκοπό να αποκαλυφθεί ή να συγκαλυφθεί η παράνομη προέλευσή της, και να επέλθει η προσδοκώμενη νομιμοφάνεια. Ως προς τη μεταβίβαση, το περιουσιακό αντικείμενο μεταβιβάζεται είτε σε πρόσωπο έτερο του δράστη του βασικού εγκλήματος είτε στον ίδιο (καθώς δράστης της νομιμοποίησης μπορεί να είναι και το ίδιο πρόσωπο με αυτό που διέπραξε την προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα). Η καίρια διαφορά μεταξύ των δύο (2) αυτών υποπεριπτώσεων είναι ότι στην  πρώτη το αντικείμενο της περιουσίας αλλοιώνεται, διατηρώντας όμως το οικονομικό περιεχόμενό του, ενώ στη δεύτερη διατηρεί την υφιστάμενη υλική μορφή του.

Αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω τρόπου τέλεσης στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, απαιτείται να καταφάσκεται στο πρόσωπο του δράστη δόλος οποιοδήποτε βαθμού ως προς τη διάπραξη του (του τρόπου τέλεσης), ενώ συνάμα δόλος α’ ή β’ βαθμού ως προς την προέλευση της περιουσίας από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα. Εδώ όμως δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Τέλος, απαιτείται δόλος α’ βαθμού για την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της περιουσίας, ή την παραδοχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στην εγκληματική δραστηριότητα για να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, δεδομένου ότι το αδίκημα της νομιμοποίησης είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, κάτι το οποίο πρέπει να πληρούται και στους λοιπούς τρόπους τέλεσής της.

Δεύτερος τρόπος τέλεσης, είναι η απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας, αναφορικά με τη φύση, την προέλευση, τη διάθεση, τη διακίνηση ή τη χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή βρίσκεται ή την κυριότητα επ’ αυτής ή σχετικών με την περιουσία άλλων δικαιωμάτων. Η απόκρυψη συνίσταται στο ότι αν και ο δράστης γνωρίζει την αλήθεια ως προς τα ως άνω εκτεθέντα, εντούτοις προβαίνει σε ενέργεια ή ενέργειες με σκοπό να κρύψει την αλήθεια, περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας από το πεδίο αντίληψης τα υπάρχοντα στοιχεία, δεδομένα ή ίχνη των κινήσεων της περιουσίας. Ως προς την υποκειμενική υπόσταση της διάπραξης της απόκρυψης ή συγκάλυψης της αλήθειας, απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, ενώ για τα λοιπά ισχύουν τα εκτεθέντα στον πρώτο τρόπο τέλεσης. Ο δικηγόρος ποινικολόγος Γιάννης Μπαρκαγιάννης διαθέτει πολυετή πείρα σε ανάλογες υποθέσεις πανελλαδικά.

Τρίτος τρόπος τέλεσης της νομιμοποίησης είναι η απόκτηση, κατοχή ή χρήση της περιουσίας. Στις δύο (2) πρώτες περιπτώσεις ο δράστης ασκεί μια μορφή φυσικής εξουσίασης επ’ αυτής, ενώ στην τελευταία περαιτέρω προβαίνει και σε μεταχείρισή της. Εδώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του τρόπου τέλεσης, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος. Ως εκ τούτου, ο δράστης πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει την απόκτηση, κατοχή ή χρήση της περιουσίας.

Ο τέταρτος και τελευταίος τρόπος τέλεσης, συνίσταται σε συμπεριφορά με την οποία πραγματώνεται το άδικο μέσω χρήσης των εργαλείων που παρέχονται από το χρηματοπιστωτικό τομέα, με απώτερο σκοπό την πρόσδοση νομιμοφάνειας. Σημειωτέον ότι δεν εντάσσεται μόνο η τοποθέτησης της περιουσίας στο χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά και η διακίνησή της μέσω αυτού, ενώ μπορεί να υπάρξουν και τα δύο (2) αλλά και τοποθέτηση χωρίς περαιτέρω διακίνηση. Στην προκειμένη περίπτωση πάλι αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος του δράστη ως προς την χρήση του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά σε κάθε περίπτωση απαιτείται να υπάρχει δόλος σκοπού για την πρόσδοση νομιμοφάνειας στα προερχόμενα από εγκληματικές δραστηριότητες παράνομα οφέλη.

Αξιοσημείωτη είναι η έννοια του «αχυράνθρωπου» στο αδίκημα για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος που εξετάζεται. Ο δράστης του βασικού αδικήματος, προκειμένου να εκπληρώσει τους σκοπούς του, χρησιμοποιεί άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ως αχυρανθρώπους. Σκοπός του αχυράνθρωπου είναι η παροχή συνδρομής στο δράστη του βασικού, προκειμένου να προκληθεί σύγχυση ως προς νομιμοποιούμενο αντικείμενο και τον τελευταίο, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι έννομες συνέπειες των πράξεών του. Ο αχυράνθρωπος μπορεί να δρα άλλοτε ατομικά ως φυσικό πρόσωπο, και άλλοτε υπό εταιρικό πέπλο.

Ποινικές Κυρώσεις

Οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται για τη διάπραξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθορίζονται στο άρθρο 39 του Ν.4557/2018. Σημειωτέον ότι έχει θεσπιστεί ο Ν.4816/2021, ο οποίος προσάρμοσε τις ποινικές διατάξεις στα νέα δεδομένα του Π.Κ. Έτσι, όταν διαβάζεται το άρθρο 39 του Ν.4557/2018 ισχύει ως έχει και δεν απαιτείται πλέον η παραπομπή στις μεταβατικές διατάξεις του Π.Κ. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδ. α’, το βασικό έγκλημα της νομιμοποίησης τιμωρείται με ποινή κάθειρξης έως οκτώ (8) έτη και χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1000) ημερήσιες μονάδες. Στα εδάφια β’ και γ’ προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις για τις διακεκριμένες περιπτώσεις νομιμοποίησης, ήτοι ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή από χίλιες (1000) έως πέντε χιλιάδες (5000) ημερήσιες μονάδες όταν προκύπτει αντικείμενο αξίας άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, αν τελείται το αδίκημα από υπόχρεο πρόσωπο, αλλά και αν η περιουσία προέρχεται από τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδ. γ’. Επιπλέον, απειλείται μεγάλο πλαίσιο ποινής, ήτοι κάθειρξη έως δεκαπέντε (15) έτη αν η πράξη τελείται κατ’ επάγγελμα, καθώς πρόκειται για ιδιαιτέρως διακεκριμένη περίπτωση νομιμοποίησης εσόδων. Διακεκριμένη μορφή συνιστά και η κατ’ επάγγελμα τέλεση της αναλυόμενης έκνομης πράξης, ενώ ιδιαιτέρως διακεκριμένη είναι και η δράση κάποιου προσώπου ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης.

Εν συνεχεία των ως άνω, στο εδάφιο δ’ καθορίζονται οι ποινές για τις προνομιούχες παραλλαγές του αδικήματος της νομιμοποίησης. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αν το βασικό αδίκημα τελείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή της νομιμοποίησης θα είναι κι αυτή πλημμεληματική, ήτοι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες, με την αιτιολογία ότι η απαξία της νομιμοποίησης συναρτάται με την απαξία του βασικού αδικήματος. Ωστόσο, αν η πράξη τελέστηκε κατ’ επάγγελμα, ο δράστης θα τιμωρηθεί για την ιδιαιτέρως διακεκριμένη παραλλαγή του εδαφίου γ’.

Μια ακόμα τιμωρητή περίπτωση, είναι εκείνη όπου οικείο πρόσωπο του δράστη του βασικού εγκλήματος προβαίνει σε πράξη νομιμοποίησης με τη μορφή του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. γ’, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο δράστης της νομιμοποίησης δεν έχει συμμετάσχει στο βασικό αδίκημα, άλλως τιμωρείται με την ποινή του εδαφίου ε. Κατ’ αυτό, δεν αποκλείεται η τιμωρία των υπαιτίων αυτουργού και συμμετόχου της νομιμοποίησης και για το βασικό αδίκημα και για τη νομιμοποίηση, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της νομιμοποίησης είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού. Πρέπει να σχολιαστεί ότι υπήρχε προβληματισμός ως προς το πώς είναι δυνατό να έχουν τα δύο αδικήματα την ίδια αντικειμενική υπόσταση, λαμβανομένου υπόψη ότι τυποποιούνται διαφορετικά στο νόμο. Λογικά, η βούληση του νομοθέτη κινούταν με άξονα τη σχέση μεταξύ τους υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες που τελέστηκαν, οπότε και θα λυόταν φαινομενικά η συρροή τους.

Το Δικηγορικό Γραφείο Μπαρκαγιάννη Ιωάννη & Συνεργατών αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με ακεραιότητα.

    Σχετικά Άρθρα

    Καλέστε μας