Σωματεμπορία – Εμπόριο Λευκής Σαρκός – Άρθρο 323.Α Π.Κ

Το άρθρο 323.Α ορίζει το αδίκημα της εμπορίας ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπει ότι όποιος με χρήση βίας ή άλλων εξαναγκαστικών μέσων ή με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, στρατολογεί , απαγάγει ,μεταφέρει, κατακρατεί παράνομα, υποθάλπει, παραδίδει ή παραλαμβάνει άλλον με σκοπό την εκμετάλλευση του, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. Την ίδια ποινή επιφυλάσσει ο νομοθέτης και σε όποιον για να επιτύχει αυτόν τον σκοπό δεν εξαναγκάζει , αλλά αποσπά τη συναίνεση του θύματος με απατηλά μέσα ή εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του.

Η εμπορία ανθρώπων προσβάλλει βάναυσα τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή του άρθρου 2 για την αδιαπραγμάτευτη αξία του ανθρώπου, αφού τέτοια εγκλήματα εξανδραποδίζουν το θύμα και το αποστερούν από κάθε έκφανση ελευθερίας. Κρείσσονος σημασίας για το αδίκημα  είναι η έννοια του προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους με την εργαλειοποίηση του σώματος. Το θύμα λειτουργεί ως μέσον για την εξασφάλιση κέρδους , το σώμα αποσυνδέεται από την προσωπικότητα και αντιμετωπίζεται ως μηχανή.

Ως τρόπος τέλεσης του αδικήματος προβλέπεται η χρήση βίας , απειλής βίας ή με άλλα εξαναγκαστικά μέσα. Επιπλέον, το έγκλημα πραγματώνεται και με την απόσπαση συναίνεσης του θύματος , εφόσον προέρχεται κατόπιν απατηλών μέσων ή από την εκμετάλλευση της ευάλωτης συνθήκης που τυγχάνει θέσει ή άλλοτε ενδέχεται και φύσει. Προς επίρρωση των ανωτέρω διαπιστώσεων, συνήθεις αποδέκτες του συγκεκριμένου εγκληματικού τύπου αποτελούν πρόσφυγες, αλλοδαποί , μετανάστες, άτομα από χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, παιδιά. Αυτή η εκπεφρασμένη συναίνεση δεν αναιρεί τον άδικο χαρακτήρα , αφού δεν πηγάζει από ελεύθερη βούληση. Οι πολλαπλές εκφάνσεις που πραγματώνεται το έγκλημα συνάδουν με τον χαρακτηρισμό του ως υπαλλακτικό μεικτό.

Σε σχέση με την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού για την κάλυψη της αντικειμενικής υπόστασης και άμεσος δόλος για τον σκοπό εκμετάλλευσης ως έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής. Η έννοια της υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης συνίσταται στην απαίτηση ενός επιπλέον στοιχείου δόλου πέραν αυτού που επικαλύπτει τα στοιχεία της αντικειμενικής.

Ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις είναι η τέλεση κατ’ επάγγελμα , καθώς καταδεικνύει την εμμονή του δράστη στην εγκληματική συμπεριφορά και ένα επικίνδυνο modus operandi , καθώς και η τέλεση από υπάλληλο επ’ ευκαιρία των υπηρεσιακών καθηκόντων του, ως απόρροια της επιπρόσθετης απαξίας που ενέχει η κατάχρηση της θέσης του. Επί παραδείγματι , σε αυτήν την κατηγορία εμπίπτουν συνοριοφύλακες ή αστυνομικοί και τμηματάρχες αλλοδαπών που επιφορτίζονται με το καθήκον προστασίας της δημόσιας τάξης. Εξάλλου , η πρόβλεψη αυστηρότερης ποινής αντανακλά την ανάγκη του νομοθέτη για επαυξημένη προστασία , καθώς συγκεκριμένα επαγγέλματα συσχετίζονται νευραλγικά με την τέλεση του ανωτέρου κακουργήματος.

Επιπρόσθετα, επιβαρυντική περίσταση αποτελεί η σύνδεση του εγκλήματος με στοιχεία λαθρομετανάστευσης, ήτοι στην περίπτωση που ο παθών εισήλθε παράνομα ή παρέμεινε ή εξήλθε από τη χώρα. Τέλος, εάν το έγκλημα έχει ως περαιτέρω αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος ή τον θάνατο άλλου, η ποινή είναι επαυξημένη καθώς συμπροσβάλλεται και το έννομο αγαθό της υγείας. Μάλιστα, στα εγκλήματα χαρακτηριζόμενα εκ του αποτελέσματος, ο δράστης αρκεί να είχε τουλάχιστον αμέλεια για το περαιτέρω αποτέλεσμα (29 ΠΚ).

Επιπλέον, στο ίδιο άρθρο καταδεικνύεται η μέριμνα του νομοθέτη για την ιδιαίτερη προστασία της ανηλικότητας, καθώς στις παραγράφους 4,7 επιφυλάσσει την ποινή της παραγράφου 3 ακόμα και αν ο δράστης δε μετέρχεται εξαναγκαστικά ή απατηλά μέσα , μόνο εκ του γεγονότος ότι στρέφεται κατά ανηλίκου θύματος.

Συμπερασματικά, το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων παρουσιάζει ραγδαία αύξηση , όσο τα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα πληθαίνουν. Όλο και περισσότερα εμφανίζονται τα θύματα που ταλανίζονται στην πλειονότητα και με το ακανθώδες ζήτημα του προσφυγικού ή του μη επαρκώς νομικά κατοχυρωμένου θεσμού της πορνείας.  Αντίβαρο , στην σκληρό πυρήνα του εγκλήματος είναι η μνεία του νομοθέτη, ώστε ο καταγγέλων με πρωτοβουλία του εισαγγελέα να μπορεί να αποφύγει την ποινική του δίωξη ( για παραβάσεις του νόμου  περί αλλοδαπών, περί εκδιδομένων επ’ αμοιβή και της εμπλοκής σε εγκληματική δραστηριότητα, αν εμφανίζεται ως απότοκο του εγκλήματος που υφίσταντο ), ακόμα και οριστικά εφόσον η καταγγελία είναι βάσιμη. Σίγουρα ,αυτό λειτουργεί ενθαρρυντικά και ως προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η προστασία που εξασφαλίζεται με τον νόμο 3064/2002 άρ. 12 , με της διασφάλισης της σωματικής ακεραιότητας και της ψυχολογικής – οικονομικής αρωγής , ως γενικότερης έκφρασης επιείκειας και προσπάθειας επανένταξης προς τους παθόντες. Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι πρωτοβουλίες στήριξης και προστασίας τους. Τα άτομα αυτά αντιμετωπίζουν τον φόβο και την ανελευθερία, οπότε χρήζουν εξαιρετικά μελετημένης , διεπιστημονικής  και ολόπλευρης προσέγγισης .Άλλωστε , η αίσθηση ασφάλειας που θα επιτευχθεί λειτουργεί καταλυτικά στην κίνηση του ποινικού μηχανισμού μέσω μιας καταγγελίας και στην εξάρθρωση όλο και περισσότερων εμπλεκομένων και μάλιστα σε έγκλημα που συχνά ανάγεται σε λευκού κολάρου με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τις δυσκολίες εξιχνίασης του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαργαρίτης, Μ. Μαργαρίτη Α. 2020. ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ: Ερμηνεία-Εφαρμογή. Αθήνα: Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ . 4η έκδοση. σελ. 926 κ.επ.

Σχετικά Άρθρα

Καλέστε μας