Συγχώνευση και δοσοποίηση ποινών

Ι. Η συγχώνευση των ποινών κατ’ άρθρ.  551 ΚπΔ.

Η διάταξη του άρθρου 551 ΚπΔ ρυθμίζει την περίπτωση συνάντησης στο πρόσωπο κάποιου περισσότερων ποινών, επί συρροής καταδικαστικών αποφάσεων και επιπλέον την ανάγκη καθορισμού συνολικής ποινής στο στάδιο της εκτέλεσής τους κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94 επ. ΠΚ, ενόψει του κανόνα ότι απαγορεύεται η «συνέκτιση» ή η έκτιση ταυτόχρονα περισσοτέρων ποινών έως ότου οριστεί συνολική ποινή, επιτρεπούσης μόνον της διαδοχικής εκτίσεως. Η εν λόγω διάταξη, λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις διατάξεις 94-97 ΠΚ, καθότι καλύπτει  κανονιστικά το ζήτημα της εκτέλεσης εις βάρος του ίδιου προσώπου περισσότερων της μίας καταδικαστικών αποφάσεων που αφορούν όχι το ίδιο αλλά περισσότερα εγκλήματα. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019, ΦΕΚ Α’ 96/11.6.2019), για το καθορισμό συνολικής ποινής δεν απαιτείται οι επιμέρους καταδικαστικές αποφάσεις να έχουν καταστεί αμετάκλητες.

ΙΙ. Προϋποθέσεις καθορισμού συνολικής ποινής επί συρροής καταδικαστικών αποφάσεων.

Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 1 του νέου 551, αν πρόκειται να εκτελεστούν σε βάρος του αυτού προσώπου περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, τότε βρίσκουν εφαρμογής οι κανόνες περί συρροής όπως αυτοί περιγράφονται με ακρίβεια στις διατάξεις του ΠΚ. Βασική προϋπόθεση για  την εφαρμογή του κανόνα της συγχωνεύσεως, είναι συνάντηση περισσοτέρων της μιας καταδικαστικών αποφάσεων κατά του ίδιου προσώπου στην εκτέλεση.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εφαρμογή των διατάξεων 94-97 ΠΚ, όταν επίκειται η εκτέλεση περισσότερων καταδικαστικών αποφάσεων, αφορώσες σε διάφορα συρρέοντα εγκλήματα, είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, εάν οι καταδίκες απαγγέλθηκαν από το Μονομελές ή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση αρμόδιο είναι το Μονομελές Εφετείο. Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι υφίσταται ρητή εκ του νόμου αρμοδιότητα, δίχως να επηρεάζει η βαρύτητα των κρίσιμων κάθε φορά επιβληθεισών ποινών.

Τον καθορισμό συνολικής ποινής κατ’ άρθρ. 551 ΚπΔ, δύναται να ζητήσει ο ίδιος ο καταδικασθείς, ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης [ΑΠ 1154/1980 ΠινΧρ 1981,237], ο Εισαγγελέας (όπως προκύπτει από το άρθρο 94 παρ. 3 ΠΚ) αλλά και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ενόψει μάλιστα του υποχρεωτικού της διαδικασίας αυτής.

Όταν κατά την εκτέλεση συναντώνται περισσότερες στερητικές της ελευθερίας ποινές και περισσότερες χρηματικές ποινές, το δικαστήριο σχηματίζει συνολική ποινή ξεχωριστά για την κάθε ομάδα ποινών, λαμβάνοντας ως ποινή-βάση τη μεγαλύτερη από τις στερητικές και τη μεγαλύτερη από τις χρηματικές αντίστοιχα. Αν μεταξύ τω αποφάσεων  που είναι προς εκτέλεση υπάρχει και απόφαση που έχει αμετάκλητα καθορίσει συνολική ποινή, εάν αυτή είναι βαρύτερη από τις άλλες ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις, τότε για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής θα ληφθεί ως ποινή-βάση η ήδη καθορισθείσα συνολική ποινή, χωρίς να διασπασθεί από τις επιμέρους ποινές από τις οποίες συγκροτήθηκε. Εάν αντιθέτως, η συνολική ποινή που συναντάται κατά την εκτέλεση με μεμονωμένες ποινές, δεν είναι η βαρύτερη, θα διασπαστεί στις επιμέρους ποινές από τις οποίες συγκροτήθηκε, ώστε να βρεθεί η βαρύτερη  αυτών, η οποία θα τεθεί στη συνέχεια ως ποινή βάση. Για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής, όμως, τίθεται ο ακόλουθος περιορισμός: δεν μπορεί να ληφθεί από τις επιμέρους ποινές μεγαλύτερο τμήμα-χρονικό διάστημα από εκείνο που είχε ληφθεί προηγουμένως [ΑΠ 1282/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 670/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 760/2010 ΝΟΜΟΣ κλπ].

Είναι δυνατή η προσμέτρηση της ποινής, στην οποία αναφέρεται η υφ’ όρων απόλυση του καταδίκου με άλλες ποινές σε μία συνολική, εφόσον συναντώνται κατά την εκτέλεση και συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 108 ΠΚ, ήτοι οι λοιπές ποινές να μην αναφέρονται σε αδικήματα τα οποία τελέστηκαν κατά την περίοδο δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της υφ’ όρων απόλυσης και αθροιστική έκτιση των κρίσιμων ποινών. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η υφ’ όρων απόλυση του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή, δε συνιστά απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο ετκέλεσης αυτής.

Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τον καθορισμό της συνολικής ποινής κατόπιν συγχωνεύσεως, δεν έχει την εξουσία να προβεί σε νέα κρίση, ήτοι σε τροποποίηση των κατ’ ιδίαν αποφάσεων με τις οποίες επιβλήθηκαν οι συντρέχουσες ποινές. Το αρμόδιο δικαστήριο, προβαίνει απλώς στον καθορισμό της. Επιπλέον, δεν έχει την εξουσία να προβεί σε περεταίρω μετατροπή των ποινών ή να ορίσει χρόνο έναρξης και λήξης αυτών αλλά ούτε και να προβεί σε μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.

ΙΙΙ. Δοσοποίηση (άρθρο 82 παρ. 4 ΠΚ)

Η παράγραφος 4 του ως άνω άρθρου ορίζει τη δυνατότητα δοσοποιημένης καταβολής του ποσού που θα προκύψει από τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αν εκείνος που καταδικάστηκε μπορεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο του ποσού της μετατροπής. Αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει αδυναμία  άμεσης καταβολής ή ότι η καταβολή θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία από δύο έως τρία έτη, ώστε μέσα σε αυτή να καταβάλει εκείνος που καταδικάστηκε το πιο πάνω ποσό σε δόσεις που ορίζει το ίδιο το δικαστήριο.

Βιβλιογραφία

Μαργαρίτης, Μ. Μαργαρίτη Α. 2020. ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ: Ερμηνεία-Εφαρμογή. Αθήνα: Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ. 4η έκδοση. σελ. 2048 κ. επ.

Σχετικά Άρθρα

Καλέστε μας