fbpx

Η σημασία της διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης

Η σημασία της διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης

Η σημασία της διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τη διάγνωση της τοξικοεξάρτησης με βάσει το ν.3459/2006 στο στάδιο της ανάκρισης και του ακροατηρίου – Η σημασία τυχόν απόρριψής της

Με την αναθεώρηση του νόμου 3459/2006 δυνάμει του 4139/2013 «Περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις», κατά ρητή επιλογή, ο νομοθέτης προέβη σε τροποποίηση του προγενέστερου νομοθετικού ρυθμιστικού πλαισίου και ειδικότερα εν προκειμένω μεταξύ άλλων του άρθρου 30 του ως άνω νόμου. Δυνάμει της αναθεώρησης αυτής κατέστη πλέον δυνητική η διεξαγωγή ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τη διάγνωση και εξακρίβωση του ισχυρισμού περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ήτοι της απόκτησης της έξης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με δικές του δυνάμεις. Ειδικότερα, ως εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες έχει νομολογηθεί ότι συνιστά «η έντονη επιθυμία ορισμένων προσώπων για χρήση τοξικών ή ναρκωτικών ουσιών, η οποία εξελίσσεται σε συνήθεια που αναπόφευκτα οδηγεί στην προοδευτική αύξηση των δόσεων, με την αδυναμία αυτή να αξιολογείται από το νομοθέτη που απειλεί μειωμένη ποινή, η οποία είναι συνάρτηση της προσωπικότητας που ένεκα αυτής εμφανίζει μειωμένη αντίσταση» (αποφ.260/2000ΤριμΕφΚακΘρακ). Η διακρίβωση της συνδρομής ή μη της ιδιότητας αυτής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, η οποία διαπιστώνεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης, αλλά και σε κάθε άλλη φάση της ποινικής διαδικασίας, σηματοδοτεί την ειδική μεταχείριση του τοξικοεξαρτόμενου κατηγορούμενου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 30 έως 35 του ν.4139/2013.

Τι αναφέρει το άρθρο 30 του προϊσχύσαντος μερικώς καταργηθέντος νόμου 3459/2006

Κατά το άρθρο 30 §3 του προϊσχύσαντος μερικώς καταργηθέντος νόμου 3459/2006 ορίζονταν ότι «Ο ενεργών την Προανάκριση ή κύρια ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά την άμεση διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής (ουσιοεξαρτημένος) εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη σύλληψη του ή κατά την αρχική απολογία του, ο οποίος καταχωρείται στην έκθεση σύλληψης, εξέτασης ή απολογίας», ενώ πλέον κατά το άρθρο 30 του ν.4139/2013, το οποίο αφορά στην ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων χρηστών από ναρκωτικές ουσίες, ορίζεται ότι σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από σχετικό αίτημα του κατηγορούμενου, προκειμένου να εξακριβωθεί αν πράγματι υπήρξε εξάρτηση, καθώς και να καθοριστεί το είδος (σωματική, ψυχική ή συνδυασμός τους) και η βαρύτητα αυτής (χρόνος, εξαρτησιογόνα ουσία και απαιτούμενη ημερήσια δόση), ώστε να διερευνηθεί αν η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας δικαιολογείται για να καλύψει τις προσωπικές ανάγκες του εξαρτημένου χρήστη, η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή για τον συγκεκριμένο, αλλά και η επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό του, με τα ως άνω στοιχεία να κρίνονται απαραίτητα για τη διαμόρφωση και αξιολόγηση της δικανικής κρίσης περί της ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης του εξαρτημένου κατηγορουμένου. Γίνεται, λοιπόν, άμεσα αντιληπτή η αλλαγή που έχει επέλθει από τον αναθεωρητικό νομοθέτη, με αυτόν συνειδητά να επιλέγει να παρέχει δυνητική εξουσία τόσο στον ανακριτή, σε αντίθεση με τα ισχύοντα στο προϊσχύσαν δίκαιο, όσο και σε μετέπειτα στάδιο στη σύνθεση του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ο κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί, για τη διαταγή της διενέργειάς της, παρότι αυτή αποτελεί ένα θεμελιώδες αποδεικτικό μέσο για την κατάφαση ή μη της εξάρτησης του κατηγορούμενου, με ιδιαίτερη τόσο ουσιαστική, όσο και δικονομική σημασία, αφότου εξ αυτής εξαρτάται η ευμενέστερη ποινική μεταχείρισή του, κατά την περίπτωση που διαπιστωθεί η συνδρομή της ως άνω ιδιότητας στο πρόσωπό του κατά το χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων σε αυτόν αξιόποινων πράξεων.

Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι ιδιαιτέρως στο στάδιο της ανάκρισης καθίσταται προεξέχουσας σημασίας η διαταγή διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, καθότι αυτό βρίσκεται εγγύτερα χρονικά προς τον κρίσιμο χρόνο, για τον οποίο θα κληθεί  ο διορισθείς πραγματογνώμονας να γνωματεύσει στην έκθεσή του περί της αδυναμίας δηλαδή αυτοδύναμης αποβολής της έξης της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, καθότι ελλοχεύει ο κίνδυνος η σε μετέπειτα χρονικό σημείο διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, λόγω της ανυπαρξίας στοιχείων που απαιτούνται για τη νόμιμη διαδικασία διενέργειάς της, να καταστεί ένα ατελές ή ακόμα και άκυρο αποδεικτικό μέσο. Και τούτο διότι, η χρονική απομάκρυνση της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης από το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης ενέχει τον κίνδυνο να αποδυναμωθούν ή και να εκμηδενισθούν οι ασφαλείς ενδείξεις χρήσης των ναρκωτικών ουσιών από το δράστη καθώς και τα έντονα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου, επιτάσσοντας τη διενέργειά της κατά το στάδιο της ανάκρισης, καθώς διαφορετικά η αναιτιολόγητη απόρριψή της θα έχει ως συνέπεια την παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, το οποίο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας, καθώς υφίσταται χορηγηθέν καίριο δικαίωμα εκ του νόμου που συνίσταται στη σύννομη, έγκυρη και έγκαιρη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου αυτός να χαίρει εν συνεχεία επιεικέστερης ποινικής μεταχείρισης.

Περί του ως άνω νομικά βάσιμου αιτήματος του κατηγορουμένου, το οποίο κατ’ ουσίαν συνιστά αίτημα επιστημονικής τεκμηρίωσης της κατηγορίας, προσδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, γεγονός που μαρτυρά και η ανάγκη ρητής και ειδικής αιτιολογημένης απάντησης κατά τα οριζόμενα στο νόμο, όταν αυτό τίθεται, τόσο περί της αποδοχής του, όσο και περί της απορρίψεώς του, χωρίς δυνατότητα σιωπηρής απόρριψής του. Σε αντίθετη περίπτωση, το εκδοθέν βούλευμα ή η εκδοθείσα απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, ενώ ειδικότερα για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος κατά την προδικασία θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μη τήρηση διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του δημιουργούν απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171§1 περ. δ’ ΚΠΔ, καθότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των διαδίκων και δη αυτών του κατηγορουμένου, αποτελεί προϋπόθεση της δίκαιης δίκης, την οποία εγγυάται η εξασφάλιση όλων εκείνων των μέσων προκειμένου να αποσείσει την εις βάρος του κατηγορία. Η ως άνω απόλυτη ακυρότητα ως αφορώσα πράξη της προδικασίας, μπορεί να προταθεί, όπως ορίζει το άρθρο 174 §1 εδ. β’ ΚΠΔ, με αυτοτελή αίτηση που απευθύνεται στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο έως ότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, με απευθείας κλήση είτε με παραπεμπτικό βούλευμα, διαφορετικά αυτή καλύπτεται. Επικουρικά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η κρίση περί της απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού με το ως άνω περιεχόμενο, θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 § 1 περ. δ’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το 139 ΚΠΔ για προφανή έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σε σχετικό ισχυρισμό, συνιστά κατ’ άρθρα 172 §2 ΚΠΔ έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 §1 περ. β’ ΚΠΔ,  δηλωτικά της σπουδαιότητάς της.

Περαιτέρω, η ratio της ως άνω νομοθετικής επιλογής, ήτοι η δυνητική διαταγή για τη διεξαγωγή ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ενδεχομένως εδράζεται στο εγχείρημα του νομοθέτη να άρει την αποκλειστικότητα της πραγματογνωμοσύνης ως μοναδικού αποδεικτικού μέσου για τη διάγνωση της εξάρτησης ή μη του κατηγορούμενου, εξοβελίζοντας κατ’ ουσίαν την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που προεβλέπετο κατά το παλαιό νομοθετικό καθεστώς, με το νομοθέτη, μάλιστα, να μην επαναπαύεται στην αναφορά μόνο στην αρχή της ηθικής απόδειξης (177 ΚΠΔ) στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 30 ν.4139/2013, αλλά με ρητή αναφορά του επιχειρεί να παράσχει ένα μέσο απεγκλωβισμού από τη δέσμευση της χρήσεως ενός και μόνου αποδεικτικού μέσου, με τη συνεκτίμηση ενός ή και περισσότερων άλλων αποδεικτικών μέσων ισότιμα. Δίνεται δε το πράσινο φως εμπράκτως με το νομοθέτη να προβαίνει στην απαρίθμηση μιας σειράς στοιχείων, τα οποία μπορεί να ληφθούν υπόψη για την κρίση του εκάστοτε δικαιοδοτικού οργάνου περί της συντρέχουσας ή μη ιδιότητας της εξάρτησης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, με αυτά να είναι οι έγγραφες πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης (ΚΕΘΕΑ, ΨΝΑ, ΨΝΘ), έγγραφα περί χορηγήσεως υποκατάστατων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών από θεραπευτικές κοινότητες (ΟΚΑΝΑ), αποδεικτικά έγγραφα που αφορούν σε περίθαλψη σε δημόσια ή ιδιωτική ψυχιατρική κλινική για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, έγγραφα αφορόντα σε ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα του κατηγορουμένου, καθώς και ευρήματα εργαστηριακών δεδομένων από τα οποία προκύπτει η μακροχρόνια χρήση συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας.

Συνάμα θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ότι η διάγνωση της εξάρτησης του κατηγορουμένου ως στοιχείο που οδηγεί στη μείωση της ευθύνης του, αποτελεί, όπως λέχθηκε και παραπάνω, καθοριστικό στοιχείο για την ποινική μεταχείρισή του και ως εκ τούτου στοιχείο της δίκαιης δίκης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στα ανωτέρω αναφερθέντα συνηγορεί και το γεγονός, ότι στο πλαίσιο αυτό, βασική προϋπόθεση και απόλυτη συνθήκη αποτελεί η χρήση κάθε αποδεικτικού μέσου που οδηγεί στην απόδειξη της εξάρτησής του, με την ισότιμη εκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων για τη διάγνωση αυτής να καθίσταται επιβεβλημένη.

Η διερεύνηση της Συνδρομής και Καταλογισμού του Δράστη

Θα πρέπει δε να διερευνηθεί η συνδρομή ή μη του πλήρους καταλογισμού του  δράστη, ο οποίος ενεργεί υπό το κράτος της πείνας για ναρκωτικό, λόγω της επενέργειας της τοξικομανίας του. Ο δράστης, ο οποίος λογίζεται ως εξαρτημένος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως, έχει ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση, ανάλογα με την πράξη την οποία τέλεσε υπό την ειδική κατάστασή της. Με βάση το ΚΝΝ (Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά)  το στοιχείο της εξάρτησης του κατηγορούμενου αποτελεί κατ’ ουσία λόγο άρσης ή μείωσης του καταλογισμού του δράστη, το οποίο πρέπει να οδηγεί είτε σε απαλλαγή, είτε σε μείωση της απειλούμενης ποινής κατά αυτού, με την αντιμετώπισή του να διαρθρώνεται στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 ν.4139/2013 κλιμακωτά, υπό τις εξής διαβαθμίσεις:

Ειδικότερα, η παράγραφος 4 ορίζει ότι ο δράστης, στο πρόσωπο του οποίου κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ήτοι αν αυτός έφερε την ιδιότητα του τοξικομανή, αν είναι υπαίτιος για την τέλεση πράξεων του άρθρου 29 § 1 και 2, δηλαδή της προμήθειας για αποκλειστική χρήση, παραμένει ατιμώρητος. Η ατιμωρησία του εξαρτημένου δράστη δικαιολογείται ως απόρροια της εξάρτησής του, ο οποίος μη δυνάμενος «να πράξει άλλως» στερείται της αναγκαίας ελευθερίας της βούλησής του προκειμένου να αποφύγει τη διάπραξη της ως άνω αξιόποινης πράξης. Η συνδρομή της εξάρτησης, λοιπόν, αποκλείει ακριβώς την ελευθερία επιλογής και δράσης του ατόμου αναφορικά με τις πράξεις της απόκτησης και χρήσης του ναρκωτικού, έστω και αν δε φτάνει πάντοτε σε εκείνο το επίπεδο αξιολογικού αποκλεισμού κάθε επιλογής. Για το λόγο αυτό και η μη τιμώρηση του δράστη αποτελεί απόρροια της έλλειψης καταλογισμού του, κατά τους όρους του άρθρου 34 ΠΚ, και όχι έναν ειδικό λόγο δικαστικής άφεσης της ποινής.

Ως προς δε τις πράξεις του άρθρου 20, οι οποίες συνιστούν βασικές πράξεις διακίνησης, ο τοξικομανής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ ως προς τις ιδιαίτερες περιπτώσεις των αδικημάτων του άρθρου 21 §1 εδ. β’ και §2, ήτοι των προνομοιούχων μορφών διακίνησης, αλλά και των διακεκριμένων περιπτώσεων του άρθρου 22 απειλείται ποινή τουλάχιστον ενός έτους και κάθειρξης μέχρι δέκα ετών αντιστοίχως. Τέλος, κατά την παράγραφο 5 του ως άνω άρθρου, ως προς τον ποινικό χαρακτήρα των πράξεων του εξαρτημένου δράστη, αυτός κρίνεται με βάση την απειλούμενη στο νόμο ποινή και ως συνέπεια η νομοθετική πρόβλεψη για πλημμεληματική ποινή του εξαρτημένου διακινητή συνεπάγεται και τον αντίστοιχο χαρακτήρα της πράξης του και όχι βάση της πλήρους ποινής, την οποία θα επέβαλε το δικαστήριο κατά την περίπτωση που ο δράστης δεν ήταν εξαρτημένος.

Μάλιστα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31 του ως άνω νόμου, το οποίο τιτλοφορεί ως «ειδική μεταχείρισης χρηστών ναρκωτικών ουσιών στην προδικασία» και το οποίο έχει πεδίο εφαρμογής κατηγορούμενους που φέρουν την ιδιότητα του τοξικοεξαρτόμενου, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά την απολογία του κατηγορούμενου ενώπιον του ανακριτή, μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος του πρώτου, παρέχεται η δυνατότητα αντί της προσωρινής κράτησης ως περιοριστικού όρου να διαταχθεί η εισαγωγή του κατηγορουμένου σε εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, ενώ σε περίπτωση επιβολής προσωρινής κράτησης η ίδια εξουσία παρέχεται και στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, σε περίπτωση αίτησης αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους, εφόσον ο κρατούμενος κατηγορούμενος προσκομίσει έγγραφη βεβαίωση περί της άμεσης αποδοχής του, αν αφεθεί ελεύθερος, από θεραπευτική κοινότητα στην οποία λειτουργεί εγκεκριμένο πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης.

Ωστόσο, παρά τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω περί της ιδιάζουσας σημασίας της διεξαγωγής της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της τοξικομανίας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, κατά της απορριπτικής διάταξης του ανακριτή, η οποία απορρίπτει με ορισμένο τρόπο την αίτηση διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δε χωρεί ένδικο μέσο, ενώ η απορριπτική διάταξη είναι και αναιρετικά ανέγκλητη (ΑΠ σε Συμβ 1918/2001). Καθίσταται, εν προκειμένω σαφές, ιδιαιτέρως μετά και την εν τοις πράγμασι εφαρμογή του νόμου 4139/2013 επί μια περίπου δεκαετία, ότι η μεταβολή που επήλθε ως προς την εξουσία των δικαιοδοτικών οργάνων για τη διαταγή διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης περί της διάγνωσης της συνδρομής του στοιχείου της εξάρτησης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ή μη, η οποία απαιτεί ιδιάζουσες επιστημονικές γνώσεις, συμφώνως και με τα οριζόμενα στο άρθρο 200 ΚΠΔ, αποτελεί μια λαθεμένη και  άστοχη επιλογή  του αναθεωρητικού νομοθέτη, με την επαναφορά της υποχρεωτικότητας τούτης, μετά από σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου να συνιστά αδήριτη ανάγκη, διατηρώντας, όμως, συγχρόνως και την ισότιμη αποδεικτική δύναμη που εισφέρουν τα απαριθμούμενα στο σχετικό κατάλογο άλλα αποδεικτικά μέσα, νομοθετώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα υβριδικό καθεστώς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ανδρέου, Φ. 2013. ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ν.4139/2013 Κατ’ άρθρο ερμηνεία, νομολογία, βιβλιογραφία. Αθήνα: Προσωπική έκδοση. 5η έκδοση
  2. Δημόπουλος, Χ. 2017. Η πραγματογνωμοσύνη. Αθήνα: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
  3. Κοτσαλής, Λ. Μαργαρίτης, Μ. Φαρσεδάκης, Ι. 2021. ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ Κατ’ άρθρο ερμηνεία του Ν. 4139/2013. Αθήνα: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. 5η έκδοση
  4. Ναζίρης, Γ. Χατζηκώστας, Κ. 2017. Σειρά: ΕΙΔΙΚΟΙ ΠΟΙΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ. Ναρκωτικά. Αθήνα : ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. 2η έκδοση
  5. Παπαδαμάκης, Α. 2019. ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ. 9η έκδοση
  6. Σουσούρας, Δ. 2015. Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ

Σχετικά Άρθρα

Καλέστε μας